Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, κάθε σπιθαμή του κορμιού μου ήταν χτυπημένη και μελανιασμένη και, παρότι ήξερα πως η μαμά μου ήταν εκεί έξω ανυπεράσπιστη, μα τον Θεό δεν είχα το κουράγιο να αντέξω άλλον έναν γύρο με αυτό το τέρας που αποκαλούσε άντρα της.
Όχι όταν με είχε βάλει κάτω με τόση άνεση απόψε. Κατάπια το αίμα που κυλούσε στον λαιμό μου, γύρισα το κεφάλι στο πλάι κι αναλογίστηκα τις επιλογές μου.
Να παλέψω. Να πεθάνω. Να το σκάσω. Να πεθάνω. Να το πω. Να πεθάνω. Να κρυφτώ. Να πεθάνω.
Να πεθάνω. Να πεθάνω. Αφού περιεργάστηκα για ώρα την ιδέα να κόψω τις φλέβες μου με ένα μαχαίρι, έκλεισα τα μάτια κι έσφιξα κάθε μυ του κορμιού μου με τόση δύναμη, που άρχισα να τρέμω ολόκληρος από την ένταση.
Μην το κάνεις, αγόρι μου. Δεν ήρθε ακόμη η σειρά σου. Μην του δώσεις την ικανοποίηση να χαθείς. Σκέψου τους άλλους.
Αποζητώντας απεγνωσμένα να διώξω από τον νου μου τον πειρασμό, κράτησα την ανάσα μου και επικεντρώθηκα στους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσα να φύγω από αυτό το σπίτι. Τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να μείνω.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!