Μόλις βρέθηκα κοντά του, είδα ότι τα μάγουλά του ήταν μούσκεμα από τα δάκρυα.
«Προσπάθησα» είπε μες στ’ αναφιλητά του. «Πετούσαν από πάνω μας, ήταν πάρα πολλά, και τα σημάδεψα, αλλά δεν μπόρεσα. Και ήθελα να ακούσετε ότι τουλάχιστον έκανα ό,τι μπορούσα, και γι’ αυτό χαμήλωσα το τουφέκι κι έριξα. Όταν έφυγαν τα πουλιά και κοίταξα κάτω, είδα πεσμένο εκεί τον Ντογκ».
«Ψόφιο;» τον ρώτησα.
«Όχι» είπε ο Καρλ και τώρα άρχισε να κλαίει για τα καλά. «Αλλά… όπου να ’ναι θα πεθάνει. Τρέχει αίμα από το στόμα και τα δυο του μάτια έχουν γίνει χάλια. Είναι πεσμένος στο χώμα, κλαψουρίζει και τρέμει».
«Τρέχα» είπα.
Τρέξαμε και ύστερα από λίγα λεπτά είδα κάτι να σαλεύει στα ρείκια. Μια ουρά. Η ουρά του Ντογκ. Το σκυλί μάς μύρισε που ήρθαμε. Σταθήκαμε από πάνω του. Τα σκυλίσια μάτια του ήταν σαν χυμένοι κρόκοι αυγού.
«Πάει» είπα. Όχι γιατί είμαι κανένας άσος στην κτηνιατρική, όπως φαίνεται να είναι όλοι οι καουμπόηδες στα γουέστερν, αλλά γιατί, ακόμα κι αν τα κατάφερνε ο Ντογκ, δεν θα του άξιζε να ζει σαν τυφλό κυνηγόσκυλο. «Πρέπει να τον σκοτώσεις».