«ΔΕ ΘΑ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΑΝ Σ’ ΑΥΤΉ την απαράδεκτη κατάσταση», δηλώνει ο νεότερος και ψηλότερος από τους δύο άντρες στο μικρό δωμάτιο της λέσχης, «εάν δεν την είχες αναγκάσει να πάει στο οικοτροφείο!»
Έχει έντονα χαρακτηριστικά και είναι τόσο λεπτός που δείχνει σχεδόν κοκαλιάρης. Βαδίζει πέρα δώθε στο δωμάτιο με τις γυαλιστερές μαύρες μπότες του, το μαύρο παντελόνι και το μαύρο βραδινό του φράκο, θυμίζοντας μαύρο ερωδιό.
«Αγαπητέ μου αδελφέ». Βολεμένος σε μια βαθιά πολυθρόνα επενδυμένη με δέρμα γίδας, ο μεγαλύτερος, πιο εύσωμος άντρας ανασηκώνει τα φρύδια του, που μοιάζουν με χιονισμένους θάμνους. «Αυτή η πικρή διάθεση δεν ταιριάζει καθόλου με τον χαρακτήρα σου». Μιλά ήρεμα, γιατί αυτή είναι η λέσχη του, συγκεκριμένα η ιδιαίτερα ασφαλής ιδιωτική αίθουσα για συνομιλίες, και περιμένει με ανυπομονησία ένα εξαιρετικό ροσμπίφ για δείπνο ενόσω λέει στον μικρότερο αδελφό του με καλοσυνάτο ύφος:
«Αναμφισβήτητα το ανόητο κορίτσι βρίσκεται ολομόναχο σε τούτη την πόλη που κοχλάζει σαν καζάνι, και μπορεί να έχει ήδη πέσει θύμα ληστείας και να της πήραν τα πάντα ή, ακόμη χειρότερα, μπορεί να έκλεψαν την αρετή της – ωστόσο, ακόμη κι έτσι, δεν πρέπει να επιτρέπεις στον εαυτό σου να εμπλέκεται συναισθηματικά με το πρόβλημα». «Πώς γίνεται να μην εμπλέκομαι;» Ο άντρας που βαδίζει πάνω κάτω γυρνά απότομα και τον καρφώνει με το γερακίσιο βλέμμα του. «Είναι η αδελφή μας!»