Μετά τη συμφιλίωσή μου με τα αδέλφια μου το καλοκαίρι του 1889, πέρασα ευχάριστα τον Αύγουστο με τον Ρέτζιναλντ το κόλεϊ, επισκεπτόμενη το Φέρντελ, το πατρικό μου σπίτι στην ύπαιθρο. Επιπλέον, αφότου επέστρεψα στο Λονδίνο και στο πολύ ασφαλές, αν και κάπως σπαρτιάτικο δωμάτιό μου στην Επαγγελματική Λέσχη Γυναικών, αγόρασα ένα υπέροχο νέο φόρεμα, βερικοκί με ελαφρώς φουσκωτούς ώμους και μια στενή φούστα με πτυχώσεις, το οποίο δε με μεταμφίεζε σε κανέναν άλλον παρά στον αδύνατο εαυτό μου! Επιτέλους, και για καλή μου τύχη, η «φιγούρα σε σχήμα κλεψύδρας» έπαυε να είναι της μόδας – ακριβώς τη στιγμή που δε χρειαζόμουν πια ενισχυτές στήθους και μετασχηματιστές γοφών για να κρυφτώ από τον Σέρλοκ και τον Μάικροφτ! Περίμενα με ανυπομονησία να τους ξαναδώ ως η αυθεντική Ενόλα Χολμς.
Αλλά οι μέρες έγιναν βδομάδα, και μετά δεκαπενθήμερο· ο Αύγουστος έγινε Σεπτέμβριος, αλλά δεν είχα νέα τους. Το ηθικό μου καταποντίστηκε. Άλλη μια φορά βρέθηκα πάρα πολύ μόνη, όπως φαίνεται να είναι η μοίρα μου – ακόμα και το όνομά μου, Ενόλα, αν γραφτεί ανάποδα στα αγγλικά, σημαίνει «μόνη». Ήθελα να αγοράσω ένα καπέλο που να ταιριάζει με το βερικοκί φόρεμα, αλλά ακόμα και η σκέψη αυτής της ευχάριστης αποστολής δεν κατάφερε να με βγάλει από την αδράνεια. Έτσι, ένα ηλιόλουστο απόγευμα, ενώ θα μπορούσα να κάνω τον γύρο των καταστημάτων, χασομερούσα στο σαλόνι της λέσχης, όταν μια υπηρέτρια μου έφερε ένα σημείωμα σε μπρούντζινο δίσκο. «Ο κύριος είπε ότι θα περιμένει την απάντησή σας, δεσποινίς». Τα αρσενικά, βλέπεις, αγαπητέ αναγνώστη, δεν επιτρεπόταν να περάσουν την πόρτα της Λέσχης Γυναικών.